Δευτέρα 3 Σεπτεμβρίου 2007

Εκείνο το βράδυ ήθελε να του δείξει την πόλη απο ψηλά. Ήθελε να τον οδηγήσει στα μέρη που μεγάλωσε, που έπαιξε, που γέλασε, που χτύπησε.

Ήθελε εκείνη τη βραδιά να τη ζήσει, σα να είναι η τελευταία τους.

Κι όμως εκείνη τη βραδιά ευχαριστούσε το Θεό που βρέθηκε στο δρόμο της. Όλα έχουν κάποιο λόγο που γίνονται. Ακόμα κι εκείνος, ήρθε στη ζωή της για κάποιον λόγο. Για να την αφυπνήσει, απο τον λίθαργο στον οποίο ζούσε.

Ήταν τόσο χαρούμενη. Τόσο ενθουσιασμένη.. Είχε καιρό να νιώσει έτσι. Ήθελε να του πει τα πάντα για εκείνην. Για τη ζωή της. Να του πει για εκείνες τιςφορές που είχε πονέσει. Αλλα και για εκείνες που είχε χαρεί.

Τα είχε ξεχάσει όλα δίπλα του. Τίποτα δε την πονούσε πλέον. Ακόμα και το βουνό που νόμιζε οτι υψωνόταν μπροστά της, πλέον φάνταζε λόφος. Θα έφτανε στην κορυφή του πάση θυσία..

Για αρχή έκανα βόλτα στη γειτονιά της, στην περιοχή που μεγάλωσε. Κάθησαν στις αυλές των σχολείων που πήγε. Έκαναν κούνια στα πάρκα που έπαιζε μικρή.

Έπειτα κατευθήθηκαν στο κέντρο της πόλης. Στην πλατεία Αριστοτέλους, είδαν τον κόσμο, τη νεολαία. Στρίψαν στην Τσιμισκή, χάζεψαν τις βιτρίνες, πήραν παγωτό απο τον Τερκενλή. Τα στενά τους έβγαλαν στην παραλία.




Ήταν ένα ζεστό βράδυ. Όλοι είχαν βγει βόλτα με τα καραβάκια στον Θερμαικό. Ανέβηκαν σε ένα απο αυτα. Είδαν την πόλη να απομακρύνεται, καθώς έμπαιναν πιο βαθιά στον κόλπο. Μόλις τελείωσαν απο το καραβάκι, περπάτησαν στην προκυμαία. Το τρενάκι της παραλίας συνέχιζε τις διαδρομές του, και πάνω σε αυτό τα παιδιά τραγουδούσαν το σκοπό "Χαρωπά τα δυο μου χέρια να χτυπω!!...".











Γύρισαν πίσω εκεί που άφησαν το αμάξι, ανεβαίνοντας την Ναυαρίνου και μετά έστριψαν αριστερά την Εγνατία.Πέρασαν απο όλες τις μεγάλες πλατείες.Έβαλε μπρος το αυτοκίνητο και συνέχισαν την βόλτα τους στα Κάστρα..

Φωτιζαν επιβλητικά πάνω στην πόλη. Άγρυπνοι φρούροι, τα πνεύματα για τα οποία μιλάνε χρόνια κάποιοι θρύλοι. Και πιο πάνω το Σειχ Σου και ο ζωολογικός κήπος...και πιο πέρα ένα μικρό δασάκι...

Στα δεξιά μια εσοχή, κι ένα μικρό κιόσκι που σε άφηνει να ξεκουραστείς και να απολαύσεις την θέα...

Κάθησαν εκεί. Αμίλιτοι για πολύ ώρα. Παραδομένοι στην εκπληκτική εικόνα που αντίκρυζαν τα μάτια τους. Όλη η πόλη στα πόδια τους..

Ακόμα ησυχία. Τέτοια βουβαμάρα δε υπήρξε ποτέ μεταξύ τους άλλοτε...

Έκανε κίνηση να την πλησιάσει. Την έπιασε με το χέρι του πίσω στην πλάτη της. Την έφερε πιο κοντά του. Έγειρε να τη φιλήσει...

Καθώς ακουμπούσε το πρόσωπό της, ένιωσε ένα δάκρυ στο μάγουλό της.

"Θέλω να σε θυμάμαι έτσι, όπως είσαι τώρα. Σιωπηλός, γαλήνιος. Θέλω να θυμάμαι τα φώτα της πόλης, έτσι όπως τα βλέπω απο τα μάτια σου αυτή τη στιγμή. Θέλω να θυμάμαι αυτό το αεράκι, μέσα απο την ανάσα σου που χαιδεύει το πρόσωπό μου. Θέλω να θυμάμαι αυτό το φεγγάρι, τόσο φωτεινό, όσο το χαμόγελο σου... Θέλω να με θυμάσαι στις άσχημές σου στιγμές, στις δύσκολες. Στις αξημέρωτες βραδιές. Στα μακρινά σου ταξίδια. Όπως ήταν και η σχέση μας..ένα μακρινό ταξίδι...."

Έσκυψε προς το μέρος του, τον αγκάλιασε..και πριν το τελευταίο αντίο, του έδωσε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο και του έδειξε για τελευταία φορά την πόλη απο ψηλά..


2 σχόλια:

Argy είπε...

Aaaaaaax san ti 8essaloniki den exei pou8ena ston kosmo!!!!!!
:)

silent_tears είπε...

Και που να έγραφα όσα μέρη σκέφτηκα στην αρχή να γράψω... :)